Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

Πίστη και αγάπη: το θεμέλιο και η τελειότητα της χριστιανικής ζωής κατά τον ιερό Χρυσόστομο

Επειδή πολύς λόγος γίνεται για την έννοια της πίστης στο Θεό και την έμπρακτη αγάπη και τα "καλά έργα" κλπ, έψαξα και βρήκα ένα άρθρο του καθηγητή της Θεολογικής ΑΠΘ, Δ. Τσελεγγίδη γι' αυτό το θέμα κατά τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο. 

Είναι ελαφρώς προσαρμοσμένο:

"...η πίστη και η αγάπη στη θεολογική σκέψη αλλά και στην προσωπική ζωή του ιερού Χρυσοστόμου συνδέονται άρρηκτα και αλληλοπεριχωρούνται. Η πίστη, που εδώ νοείται πάντοτε ζωντανή και βιούμενη, αποτελεί το αδιαμφισβήτητο θεμέλιο της χριστιανικής ζωής, ενώ η έμπρακτη αγάπη συνθέτει την όλη οικοδομή της ζωής αυτής, την πληρότητα και την τελειότητά της.
       Στο πλαίσιο της Εκκλησίας, η βιούμενη πίστη οδηγεί άμεσα στην αγάπη, η οποία φανερώνεται ως ενεργοποίηση της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, και πιστοποιείται με την τήρηση των εντολών του Θεού. Η τήρηση των εντολών συγκεκριμενοποιείται στα έργα αγάπης των πιστών, τα οποία είναι έργα του Θεού δι' ημών.
       Ειδικότερα, η βιούμενη πίστη και τα καλά έργα, ως καρπός της έμπρακτης αγάπης, αποτελούν δωρεά του Αγίου Πνεύματος, που βεβαιώνει την ενεργό χαρισματική παρουσία του Τριαδικού Θεού στην προσωπική ζωή των πιστών. Πιο συγκεκριμένα, η βίωση της πίστεως στον Τριαδικό Θεό πραγματώνεται με τη ζωντανή παραμονή στο μυστηριακό σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Παράλληλα, η έμπρακτη αγάπη συνιστά τη φανέρωση της συμμετοχής τους στη θεία και άκτιστη ζωή του Χριστού. Τα καλά έργα, ως έργα αγάπης, αποτελούν την εμπειρική διαπίστωση, τη βεβαίωση και την απόδειξη της ζωντανής πίστεως.

1.    Η πίστη καθεαυτήν 
Η πίστη κατά τον ιερό Χρυσόστομο αποτελεί το πνευματικό θεμέλιο, πάνω στο οποίο οικοδομείται όλη η αγιοπνευματική ζωή των πιστών1. Η ορθή πίστη, που διατυπώνεται αλαθήτως στα δόγματα της Εκκλησίας, δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να αμφισβητείται, αλλά ούτε και να τροποποιείται από κανένα θεσμικό φορέα ή από κάποιο μεμονωμένο πρόσωπο, όσο σημαντικό και αν συμβαίνει να είναι αυτό. Έτσι, αν κάποιος «δόγμα έχει διεστραμμένον, καν άγγελος η, μη πείθου», θα συστήσει ο χρυσορρήμονας ιεράρχης. Κατά συνέπεια, ούτε σε άγγελο του Θεού θα πρέπει να υπακούει κανείς, όταν αυτός διδάσκει μια διεστραμμένη πίστη. Αντίθετα, ο πιστός οφείλει να προσέχει στους λόγους εκείνου, που ορθοτομεί την αλήθεια, ακόμη και όταν συμβαίνει αυτός να έχει ανακόλουθη ως προς τους λόγους του ζωή. «Ει δε ορθά διδάσκει», σημειώνει χαρακτηριστικά, «μη τω βίω πρόσεχε, αλλά τοις ρήμασι»2
         Η πίστη λειτουργεί αντιστρόφως ανάλογα προς τους λογισμούς. Οι λογισμοί κλονίζουν και διαιρούν τον έσω άνθρωπο, ενώ η πίστη τον στερε­ώνει και τον παγιώνει3. Με άλλα λόγια, η πίστη και οι λογισμοί είναι αντίθετα πράγματα4. Έτσι, όταν οι λογισμοί κλυδωνίζουν το νου μας, η πίστη ως ασφαλής άγκυρα μας απαλλάσσει όχι μόνο από το σάλο και το ναυάγιο, αλλά επιπλέον ανακουφίζει τη διάνοιά μας και τη μεταθέτει στον ουρανό5.
       Καθεαυτήν η πίστη έχει και βαθύτατο γνωσιολογικό χαρακτήρα. Αυτό σημαίνει πρακτικά, πως χωρίς την πίστη κανείς δεν μπορεί να έχει πρόσβαση στην αληθινή γνώση του Θεού6. Η επίγνωση της αληθείας του Θεού γεννιέται από την πίστη και όχι από τους λογισμούς μας7. Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η γνώση του Θεού, κατά την πατερική και αγιοπνευματική εμπειρία της Εκκλησίας, είναι εκείνη η εμπειρική-βιωματική γνώση, η οποία προκύπτει από την άμεση υπαρξιακή μετοχή του ανθρώπου στις αποκαλυπτόμενες και μετεχόμενες άκτιστες θείες ενέργειες και ειδικότερα στη θεοποιό ενέργεια του Τριαδικού Θεού.
       Από τα παραπάνω αντιλαμβάνεται κανείς, ότι η πίστη είναι ανώτερη από τη λογική του ανθρώπου. Γι' αυτό και όπου υπάρχει η πίστη προς το Θεό, είναι περιττή η θεολογική έρευνα, για να οδηγηθεί κάποιος στην πίστη. Η έρευνα μάλιστα αυτή αναιρεί την πίστη. «Ένθα γαρ πίστις, ου χρεία ζητήσεως», σημειώνει επιγραμματικά ο ιερός Πατέρας.(...) Στο χώρο της πίστεως, εκείνος που ενεργοποιείται ερευνητικά, ποτέ δε βρίσκει το ζητούμενο. Εκείνος δηλαδή που ερευνά για να πιστέψει, τελικά δεν μπορεί να πιστέψει μέσω αυτής της διαδικασίας. Γι' αυτό και μας συνιστά να μην ασχολούμαστε με έρευνες τέτοιου είδους. Αλλά, αν αυτά είναι έτσι, πώς λέει ο Χριστός, «ερευνάτε τας γραφάς, ότι υμείς δοκείτε εν αυταίς ζωήν αιώνιον έχειν»9; Στην περίπτωση αυτή, επεξηγεί ο μέγας ιεράρχης, ο Χριστός δεν εννοεί εκείνον που φορτώνεται με άκαρπους ερευνητικούς κόπους. Απλώς, συνιστά να ερευνούμε τις Γραφές έτσι, ώστε να γνωρίσουμε τί ακριβώς λένε, και όχι να αναζητούμε διαρκώς τεκμήρια για να πιστέψουμε. Άλλωστε, γι' αυτό ονομαστήκαμε πιστοί, για να πιστεύουμε χωρίς ενδοιασμούς στα λεγόμενα και να μην αμφιβάλλουμε για τίποτε απ' αυτά. (...) 

2.    Προϋποθέσεις της πίστεως 
(...)  Ο ιερός Χρυσόστομος εντοπίζει τις προϋποθέσεις της πίστεως όχι μόνο στη γνήσια προαίρεση13, αλλά και στον καθαρό και άμεμπτο βίο14. Ειδικότερα, για την καθαρότητα του έσω ανθρώπου διευκρινίζει με σαφήνεια τα εξής σημαντικά: Όποιος θέλει να προσεγγίσει και να έχει την αλήθεια, οφείλει προηγουμένως να καθαριστεί από τα πάθη του. Και τούτο, επειδή ο ακάθαρτος βίος εμποδίζει την προσέγγιση στο υψηλό περιεχόμενο των δογμάτων της πίστεως και συσκοτίζει τη διορατικότητα της διάνοιας15. Εκείνο όμως που προηγείται και από τις ανθρωπολογικές προϋποθέσεις που αναφέραμε, είναι η Χάρη του Αγίου Πνεύματος, χωρίς την οποία δεν είναι δυνατόν να ανέλθει κανείς στο ύψος της πίστεως16.
3.    Ο χαρακτήρας της βιούμενης πίστεως 
... ο χρυσορρήμονας ιεράρχης μας θεωρεί την ορθή πίστη ως θεμέλιο της ευσέβειας17. Και τούτο είναι πολύ φυσικό, αφού στην Εκκλησία η ευσέβεια κατανοείται ως βιωματική έκφραση του περιεχομένου της πίστεως. Πίστη και ζωή στην Εκκλησία αποτελούν μια αδιάσπαστη ενότητα. Έτσι, η καθαρότητα της πίστεως και η ορθότητα του βίου συνιστούν από κοινού την ευσέβεια των πιστών. Ερμηνεύοντας το παύλειο χωρίο. «γύμναζε σεαυτόν προς ευσέβειαν»· ο ιερός Πατέρας σημειώνει επιγραμματικά: «τουτέστι προς πίστιν καθαράν και βίον ορθόν. Τούτο γάρ εστιν ευσέβεια»18.
 Η ευσέβεια δεν επηρεάζεται από τις βιοτικές ενασχολήσεις19, ενώ ο πνευματικός πλούτος της μένει αναφαίρετος τόσο στην παρούσα όσο και στη μέλλουσα ζωή20. Η σωστή θεωρητικά πίστη, αλλά πρακτικά αυτονομημένη από τη ζωή του ανθρώπου, δεν έχει σωτηριολογικό χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, η θεωρητικά ορθή πίστη καθεαυτήν και από μόνη της δεν μπορεί να σώσει τον άνθρωπο. Το δραστικά σωτηριολογικό χαρακτήρα της αποκτά η πίστη, όταν συνδεθεί άρρηκτα και λειτουργικά με τη ζωή του ανθρώπου. Όταν δηλαδή η πίστη συνοδευτεί και από άριστο βίο21. Ακόμη και το Βάπτισμα (...) και η συμμετοχή μας στα άλλα μυστήρια της Εκκλησίας δεν ενεργεί τη σωτηρία μας, όταν λείπει ο ορθός βίος22, γιατί απλούστατα δεν ενεργούν μηχανιστικά και μαγικά. (...)
       (...) Άρα, η ορθή πίστη δεν ωφελεί σε τίποτε, όταν η ζωή του ανθρώπου είναι διεφθαρμένη· «ουδέν γαρ όφελος ημίν εις σωτηρίαν, δογμάτων υγιών, διεφθαρμένης ημίν της ζωής»24. (...) Αλλά και αντίστροφα, όταν η πίστη του ανθρώπου δεν είναι σωστή, αυτός δεν έχει κανένα όφελος για τη σωτηρία του από την άριστη ζωή του26.

       (...)Η ακρίβεια της ζωής «συνυφαίνεται τη των δογμάτων ορθότητι»27, κατά τον άγιό μας. Τα δόγματα διασφαλίζουν την ορθότητα της ζωής της Εκκλησίας, αλλά και η ζωή της Εκκλησίας δίνει περιεχόμενο στην αλήθεια των δογμάτων της. Εκείνος που ακολουθεί με συνέπεια τα δόγματα οφείλει να τα πιστοποιεί με την καθαρότητα του βίου του28. Η ακρίβεια στον τρόπο της ζωής του πιστού αποτελεί μαρτυρία των υγιών δογμάτων του29.
       Η ορθή πίστη είναι «καρπός του Αγίου Πνεύματος»30, που προϋποθέτει την ελεύθερη συνεργία του ανθρώπου. Γι' αυτό εμφανίζεται, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, και ως «κατόρθωμα της αρετής του πιστού»31. Για να είναι όμως σταθερή η πίστη, χρειάζεται η ενεργός παραμονή της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος στον πιστό. Η ενεργός αυτή παραμονή και βοήθεια του Αγίου Πνεύματος στον πιστό προϋποθέτει βίο καθαρό. (...). Ό,τι είναι η τροφή στο σώμα, αυτό είναι και ο καθαρός βίος στην πίστη. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό να μη κλονίζεται κατά την πίστη εκείνος, που έχει ακάθαρτο βίο33. Ο διεφθαρμένος βίος γίνεται εμπόδιο στην ακριβή γνώση και στην οριοθέτηση των υψηλών δογμάτων της πίστεως34.(...)

(...) Κατά κανόνα, όποιου η ζωή δεν είναι καθαρή, αυτού και τα δόγματα της πίστεως δεν έχουν καθαρό χαρακτήρα. Ο ακάθαρτος βίος αποτελεί προϋπόθεση αποδοχής όχι μόνον πονηρών δογμάτων, αλλά και προϋπόθεση απιστίας. «Οράς», παρατηρεί ο ασκητής και θεολόγος ιεράρχης, «ότι ου μη καθαρός ο βίος, και δογμάτων τοιούτων εστίν υπόθεσις;»36. Και στην περίπτωση λοιπόν του ακάθαρτου βίου επιβεβαιώνεται η αλληλεξάρτηση πίστεως και ζωής. Όπως δηλαδή είναι σύνηθες τα εσφαλμένα και πονηρά δόγματα να εισάγουν εσφαλμένη και ακάθαρτη ζωή, έτσι και η διεφθαρμένη ζωή γεννά πολλές φορές πονηρά δόγματα37.
        Τί γίνεται όμως, όταν κάποιος από πλευράς της πίστεως βρίσκεται στην πλάνη, αλλά συμβαίνει να προσέχει τη ζωή του και να ζει ορθά;(...) Χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ είναι ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος ήταν φοβερός πολέμιος και διώκτης της Εκκλησίας του Χριστού. Επειδή όμως είχε αψεγάδιαστη ζωή, όχι μόνο δεκτός έγινε στην πίστη της Εκκλησίας, αλλά και όλους τους ξεπέρασε40. Κατά συνέπεια, ο Θεός έλκει και φέρνει προς την αλήθεια όσους βρίσκονται στην πλάνη, αλλά είναι καθαροί από τα πάθη41.
4. Σχέση πίστεως και αγάπης
(...) Η ορθή πίστη αποτελεί το θεμέλιο της γνήσιας αγάπης, και η αληθινή αγάπη συνιστά απόδειξη ορθής πίστεως43. Αν όμως η ορθή πίστη αποτελεί το θεμέλιο της γνήσιας αγάπης, η αγάπη προς το Θεό αποτελεί το θεμέλιο όλων των εντολών και την κεφαλή όλων των αρετών. Από την αγάπη προς το Θεό προκύπτει και η αγάπη προς τον πλησίον44.(...)
       Η αληθινή αγάπη οδηγεί αυτόματα στην αρετή47. Αυτό δε σημαίνει, ότι η αγάπη οδηγεί σε αξιόμισθα ή σε υπέρτατα έργα, όπως εσφαλμένως υποστηρίζουν οι Ρωμαιοκαθολικοί. Ο πιστός δηλαδή, κατά την Ορθόδοξη θεώρηση, δεν μπορεί να κάνει έργα, που να αξιώνουν ως αμοιβή τη σωτηρία του. (...) Η αγάπη, κατά τον άγιο των Γραμμάτων, αποτελεί ανεξόφλητο χρέος. «Τούτο το όφλημα τέλος ουκ επίσταται»48. Η βιωματική αίσθηση τού παραπάνω χαρακτήρα της αγάπης, ως ανεξόφλητου χρέους προς το Θεό και τον πλησίον, αποτελεί τον πρόσθετο λόγο που αυτή η αγάπη, όχι μόνο δεν οδηγεί στην έπαρση, αλλά κυριολεκτικά διαλύει κάθε υπερήφανο λογισμό49.
        Μόνο με τη βίωση της αγάπης μπορούν να χαρακτηριστούν οι άνθρωποι ως μαθητές του Χριστού, σύμφωνα με τη ρητή διαβεβαίωσή του: «εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστέ, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις»50. Το γεγονός, ότι αγαπούμε το Θεό, αποτελεί απόδειξη ότι είμαστε χαρισματικώς τέκνα του Θεού51. Μόνον η αγάπη αναδεικνύει τους ανθρώπους ως αγίους, επειδή αυτή συνοψίζει όλη την αρετή. Άλλωστε, με αυτή σωζόμαστε όλοι52, με αυτή θα είμαστε όμοιοι με το Θεό στη βασιλεία του53 και αυτή είναι εκείνη, που μας δίνει τη δυνατότητα στην παρούσα ζωή να γευθούμε τη μέλλουσα αιώνια ζωή54.
       Η γνήσια αγάπη, όμως, συνδέεται με την καθαρότητα του βίου55 και χαρακτηρίζεται από το μεγάλο Παιδαγωγό ως «μείζων πασών των αρετών56», ως αρχή και τέλος κάθε αρετής57. Αποτελεί την κε­φαλή, τη ρίζα, την πηγή και τη μητέρα όλων των αρετών. (...) Η αγάπη είναι ανώτερη από τη γνώση των μυστηρίων του Θεού, αλλά και από αυτό το μαρτύριο59. Είναι ανώτερη απ' όλα τα θαύματα, χαρακτηριζόμενη ως «σημείον σημείων απάντων μείζον»60

(...)
        Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, παραμένοντας αυστηρά συνεπής στο πνεύμα της Αγίας Γραφής, απορρίπτει την ιδιοτελή λεγόμενη αγάπη, και αποδέχεται μόνο την ανιδιοτελή, ως πραγματική και γνήσια αγάπη. Η αγάπη προς τους εχθρούς έχει το χαρακτήρα της ανιδιοτέλειας. Αποτελεί μονόδρομο, που πρέπει να τον οδεύ­σουμε οπωσδήποτε, αν θέλουμε να φθάσουμε στη σωτηρία μας. Δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική οδός.(...) Κατά τη χαρακτηριστική έκφραση του αγίου μας, «ουδέν ούτω τον Θεόν ίλεων ποιεί, ως το αγαπάν τους εχθρούς»69.
      Χωρίς την αγάπη δεν είναι δυνατόν να παραμένει ενεργό εντός μας το Άγιο Πνεύμα. Και χωρίς αυτήν είναι αδύνατο να πραγματοποιήσουμε γνησίως καλά έργα ως έργα αγάπης.

      Αν αναζητήσουμε την εσώτερη σχέση της πίστεως με την αγάπη, ο άγιος της κατά Χριστόν παιδείας θα μας πληροφορήσει ξεκάθαρα για την προτεραιότητα της ορθής πίστεως έναντι της γνησίας αγάπης. «Από πίστεως ειλικρινούς η αγάπη τίκτεται»71... Άλλωστε, είναι τόσο μεγάλη η σημασία της πίστεως για την αγάπη, ώστε να μην προκύπτει όφελος από την αγάπη, όταν λείπει η πίστη. Και μάλλον να μην είναι δυνατόν να προκύψει με άλλον τρόπο αγάπη, εκτός της πίστεως72. (...) Ο χαρακτήρας των καλών έργων δεν προσδιορίζεται από τη γνώμη των ανθρώπων αλλά από το θέλημα του Θεού, από το οποίο, όταν αποκλίνουν, είναι φαυλότατα, έστω και αν κατά τη γνώμη των ανθρώπων θεωρούνται ως άριστα. Αν όμως τα έργα, που υπαγορεύονται από το θέλημα του Θεού, μας φαίνονται επαχθή, τούτο οφείλεται αποκλειστικώς στη φιλαυτία μας75. Γι' αυτό, όταν υπάρχει πνευματική εγρήγορση, η στενή και τεθλιμμένη οδός για την αρετή δεν είναι δύσκολη76, και τίποτε από τα διαταχθέντα εκ μέρους του Χριστού για τους πιστούς δεν είναι αδύνατο να εκπληρωθεί. Μάλιστα, ανάλογα με την προθυμία που επιδεικνύουμε, μας παρέχεται και η ενίσχυση του Θεού για την πραγματοποίησή τους77.
       Καταρχήν, τα καλά έργα, ανθρωπολογικώς νοούμενα ως έργα αρετής, συνδέονται οργανικά με την κατ' εικόνα Θεού δημιουργία του ανθρώπου. Είναι μέσα στις προδιαγραφές της φυσιολογίας του. Γι' αυτό «κατά φύσιν ημίν εστιν η αρετή και παρά φύσιν η πονηρία» , κατά τον άγιό μας. Ενώ όμως η γνώση της αρετής είναι έμφυτη στον άνθρωπο, σύμφωνα και με τη ρήση του Χριστού: «όσα αν θέλητε, ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς» , η εφαρμογή της αρετής εξαρτάται άμεσα από την ελεύθερη προαίρεση του ανθρώπου80.

(...) η αρετή (..) ορίζεται από τον ιερό Χρυσόστομο ως «η των αληθών δογμάτων ακρίβεια και η κατά βίον ορθότης»81. Κατά συνέπεια, τα καλά έργα των πιστών, ως έργα αρετής και αγάπης προσδιορίζονται ποιοτικώς από το βαθμό της γνησιότητας και της ακρίβειας της πίστεώς τους, αλλά κατεξοχήν και επιπροσθέτως νοηματοδοτούνται από το αληθινό βίωμα της ανιδιοτελούς και άκτιστης αγάπης του Τριαδικού Θεού εντός τους. Η άκτιστη αγάπη, ως Θεία και Τριαδική ενέργεια, είναι αυτή που εμπλουτίζει και διαποτίζει πλέον πνευματικώς και χαρισματικώς τα καλά έργα αγάπης των πιστών, όταν βέβαια προηγουμένως ενεργοποιηθεί η εντός τους άκτιστη θεία ενέργεια του Χρίσματος82. Αυτή η άκτιστη αγάπη του Θεού είναι εκείνη, που, κατά τη γνώμη μας, κάνει τη διαφορά γένους να υφίσταται ανάμεσα στα καλά έργα αγάπης των πιστών και στα κατά φύση καλά έργα των εκτός της Εκκλησίας ανθρώπων. Η διαφορά αυτή είναι τόση, όση η διαφορά μεταξύ κτιστού και ακτίστου, δηλαδή όση η διαφορά του Θεού από τα δημιουργήματά του. Με άλλα λόγια η διαφορά είναι απροσμέτρητη.
       Κατά συνέπεια, θα μπορούσαμε βάσιμα να υποστηρίξουμε, ότι τα καλά έργα των πιστών, ως έργα ανιδιοτελούς αγάπης, είναι έργα θεανθρώπινα. Είναι έργα που πραγματοποιεί ο Θεός δι' ημών. Γι' αυτό και είναι τα μόνα καλά έργα, με τα οποία μπορεί να δοξάζεται ο Θεός Πατέρας,  ως αυτοδόξαστος."

 

Για τις παραπομπές και ολόκληρο το άρθρο βλ. http://www.impantokratoros.gr/D556FEE4.el.aspx 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου