Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Το Ψαλτήριον στη Βυζαντινή Μουσική Παράδοση - Εισαγωγή



Ο όρος Ψαλτήριον προέρχεται από την οργανολογία και έχει να κάνει με την ερμηνευτική διάσταση που ήθελαν να δώσουν οι Εβδομήκοντα (Ο’)  μεταφραστές της Παλαιάς Διαθήκης στα όργανα κίνορ και το νέμπελ (εβ.) που κατ’εξοχήν συνόδευαν την εκτέλεση των ψαλμών και που αναφέρονται μέσα στο εβραϊκό κείμενο της συλλογής των Ψαλμών.  
Πιο συγκεκριμένα οι Ο’ ονόμασαν ολόκληρη τη συλλογή αυτή Ψαλτήριον με βάση το ομώνυμο έγχορδο όργανο της εποχής τους και η οποία στα εβραϊκά ονομάζεται Τεχιλλίμ (= βιβλίο ύμνων).
Σήμερα η λέξη Ψαλτήριον ως όνομα συλλογής των προαναφερθέντων ψαλμών σημαίνει το 24ο βιβλίο της Π. Δ., το οποίο κυκλοφορεί και μεμονωμένο και έχει και άλλες ονομασίες, όπως Ψαλτήρας ή απλώς Ψαλμοί. Το βιβλίο αυτό περιέχει μια σειρά από 150 θρησκευτικά ποιήματα, τα οποία χρησιμοποιούνταν από την αρχή της γραφής τους για προσευχή.
Η εργασία αυτή έχει ως θέμα τη συστηματική λειτουργική χρήση του Ψαλτηρίου και τη σταδιακή του διαμόρφωση γι’ αυτή τη χρήση, κυρίως σε επίπεδο μελοποίησης. Η μελοποίηση λοιπόν, που εντάσσεται σε αυτή την έρευνα είναι η συλλογή Ψαλτήριον Τερπνόν της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας Αγίου Όρους, η οποία πρωτοεκδόθηκε το 1991.
Στο υλικό της παρούσας εργασίας ανήκει λοιπόν, η συλλογή αυτή που από άποψη μεθοδολογίας ήταν το πρώτο στοιχείο που μελετήθηκε. Έπειτα, έγινε μια καταγραφή των σημαντικών σημείων του έργου Ὁμιλίαι εἰς ψαλμούς του Μ. Βασιλείου και περισσότερο της εισαγωγής του, καθώς αποτελεί ένα θησαυρό επιχειρημάτων για τη μελωδική χρήση του Ψαλτηρίου. Παράλληλα, εργαζόμουν τη μεταγραφή και την ανάλυση[1] του 1ου ψαλμού «Μακάριος ἀνήρ» και του 28ου «Ἐνέγκατε τῷ Κυρίῳ».
Στο επόμενο στάδιο, τη συλλογή δηλαδή του υλικού για την καταγραφή των πληροφοριών σχετικά με το βιβλίο των Ψαλμών και τη μελωδική χρήση του στη λειτουργική παράδοση, είχα ως οδηγούς τις εισαγωγές από: τη μεταφρασμένη Παλαιά Διαθήκη εκδόσεων Βιβλικής Εταιρίας, την Παλαιά Διαθήκη με ερμηνευτικές σημειώσεις του αρχιμ. Ιωήλ Γιαννακόπουλου και τις Ερμηνευτικές σημειώσεις στους ψαλμούς του καθηγητή Θεολογίας Σ. Σάκκου. Ο βασικότερος, όμως, οδηγός, θα μπορούσα να πω για ολόκληρη την εργασία, ήταν η Διδακτορική διατριβή του Π. Παναγιωτίδη, Δαυτική μελωδία: η χρήση του Ψαλτηρίου στην Ορθόδοξη λειτουργική παράδοση.
Σημαντική θέση επίσης, είχε και το βιβλίο Music and Worship in Pagan and Christian Antiquity του Johannes Quasten στη βιβλιογραφία μου, καθώς με ενδιέφερε να υπάρχει καταγεγραμμένη η σημασία της μουσικής στη διαμόρφωση και την έκφραση της θρησκευτικότητας.
Μεγάλη προσοχή χρειάστηκε στην εξακρίβωση του όρου ψαλτήριον ως όργανο και γενικά όλων των οργάνων που αναφέρονται στο βιβλίο των Ψαλμών, διότι οι Ο’ μετέφρασαν με το δικό τους θεολογικό σκοπό[2] τα ονόματα των οργάνων και κάποιοι ερευνητές στηρίχθηκαν αποκλειστικά στους Ο’ για τις οργανολογικές τους μελέτες. Ο Joachim Braun έκανε μια από τις πιο σημαντικές έρευνες, αποτυπώνοντας ορθότερα τα όργανα που αναφέρονται στο εβραϊκό κείμενο της Π. Δ. Η παρούσα εργασία δεν αφορά, όμως, τον τομέα της οργανολογίας, παρόλο που υπάρχει μια μικρή ενότητα αφιερωμένη σε αυτήν.
Έχουμε λοιπόν, την εξής δομή: στην πρώτη ενότητα, θα δούμε ποια είναι η θέση του βιβλίου στην Π. Δ., λεπτομέρειες για τη συγγραφή του και το διαχωρισμό του και τη θέση του στην Εβραϊκή ποίηση.
Στη δεύτερη ενότητα θα αναλύσουμε τη σημασία της μουσικής στη ζωή του Εβραϊκού λαού, η οποία είχε θρησκευτικό χαρακτήρα, λόγω της προσηλωμένης ζωής τους στο θέλημα του Θεού και του θεοκρατικού συστήματος με το οποίο λειτουργούσαν οι νόμοι. Καθώς μουσικολογικά το βιβλίο των ψαλμών είναι πλούσιο σε αναφορές τραγουδιών, τρόπους τραγουδίσματος, μουσικών οργάνων (έγχορδα, πνευστά και κρουστά) και στο παίξιμο των οργάνων ενόσω αυτά συνοδεύουν το τραγούδι, σε αυτό το σημείο θα γίνει και περιγραφή των βασικότερων οργάνων, τα οποία συνόδευαν τους ψαλμούς.
Η τρίτη ενότητα περιλαμβάνει στοιχεία του περιεχομένου του Ψαλτηρίου καθώς, όσο και να προσπαθήσουμε να το δούμε ως μουσικολογικό τομέα έρευνας, δεν μπορούμε να το αποκόψουμε από το θεολογικό, δογματικό, προφητικό, διδακτικό κλπ περιεχόμενό του. Συνδυάζοντας λοιπόν, όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά μαζί με τη σημαντικότητα της μουσικής στη Θεία Λατρεία που είναι ξεκάθαρη στα τόσα χρόνια που υπάρχει ο άνθρωπος πάνω στη γη, έχουμε ένα πανέμορφο αποτέλεσμα που μας αποδεικνύει το πόσο αναγκαίο είναι να έχουμε αυτό το προσευχητικό βιβλίο μελοποιημένο.
Η τέταρτη ενότητα κάνει μια μικρή αναδρομή στη λειτουργική χρήση του Ψαλτηρίου ξεκινώντας από την εποχή της Π. Δ., έπειτα στην πρώτη Χριστιανική Εκκλησία, όπου οι ψαλμοί για αρχή αναγινώσκονταν και σιγά – σιγά άρχισε να εισάγεται το μελωδικό στοιχείο και τη Βυζαντινή εποχή που ήταν η άνθηση της βυζαντινής μελουργίας και οι ψαλμοί δε θα μπορούσαν να μη συμπεριληφθούν σε αυτή. Αναφορά, όμως, και στο σήμερα που γνωρίζουμε πως όλη η Θεία Λατρεία κατέληξε να είναι συνδυασμός ψαλμικών στίχων, μελοποιημένων ψαλμών ή ψαλμούς σε απλή ανάγνωση. Μία εκτενέστερη αναφορά γίνεται στη χρήση του Ψαλτηρίου στο Κοινωνικό, καθώς οι ψαλμοί που θα αναλυθούν είναι μελοποιήσεις που ακούγονται στο Κοινωνικό.
Στην πέμπτη ενότητα αναφέρονται στοιχεία για τη συλλογή των μελοποιημένων ψαλμών από την Ι. Μ. Σίμωνος Πέτρας Αγ. Όρους «Ψαλτήριον Τερπνόν» που ψάλλονται στο Κοινωνικό. Αναφέρονται, επίσης, και ιστορικά στοιχεία για την ίδια τη μονή και αναλύεται και ο λόγος και ο τρόπος της επιλογής της ανάλυσης των συγκεκριμένων ψαλμών από ολόκληρη τη συλλογή.
Η έκτη ενότητα περιέχει τις πολυπρισματικές αναλύσεις των επιλεγμένων ψαλμών, μεταγραφές των οποίων υπάρχουν για πρακτικούς λόγους (διευκόλυνση συνδυαστικής μελέτης) στο β’ τόμο της παρούσας εργασίας.
Στο τέλος, έχουμε μια καταγραφή των γενικών συμπερασμάτων στα οποία καταλήγουμε σε σχέση με το Ψαλτήριον, τη σημασία της χρήσης του στη λειτουργική παράδοση, κυρίως στη χρήση της μελοποιημένης μορφής του, και συμπεράσματα σχετικά με το συνθετικό ύφος της συγκεκριμένης συλλογής (Ψαλτήριον Τερπνόν), μέσα από τη μεταγραφή και την ανάλυση των επιλεγμένων ψαλμών.
Ο σκοπός της εκπόνησης της έρευνας αυτής είναι διπλός. Αρχικά, έχει ως βασικό και πρωταρχικό στόχο, να αναλύσει και εν συνεχεία να αναδείξει το πόσο σημαντική είναι η δημιουργία μιας τέτοιας συλλογής όπως το «Ψαλτήριον Τερπνόν». Η μεγάλη σημασία της μελοποίησής του έγκειται στο ότι επιβεβαιώνει εμπράκτως τη σπουδαιότητα της μελοποίησης των ψαλμών. Επίσης, από μόνη της η μελοποίηση αυτή αποτελεί ένα μεγάλο τόλμημα, καθώς δε βρίσκουμε συχνά τέτοιες συλλογές.
Δεύτερος σκοπός της έρευνας αυτής και εξίσου σημαντικός είναι να προβληθεί γραπτώς και να παρουσιαστεί η μεγάλη σημασία που κατέχει η μουσική στην έκφραση και τη διαμόρφωση της θρησκευτικότητας. Πιο συγκεκριμένα, η βυζαντινή μουσική αποτελεί απαραίτητο παράγοντα για την επικοινωνία του πιστού με το Θεό, καθώς και βασικό μέσο για την έκφραση της δοξολογίας προς το Θεό, για τη δημιουργία ατμόσφαιρας περισυλλογής και κατάνυξης κλπ.
Ευελπιστώ, ο παραπάνω σκοπός να επιτευχθεί και να αποτελέσει πηγή πληροφοριών και προβληματισμών για οποιονδήποτε θα ενδιαφερθεί για το Ψαλτήριον στο μέλλον.


[1] Είναι πιθανό ο αναγνώστης να δυσκολευτεί στην κατανόηση της ερμηνευτικής – θεολογικής ανάλυσης των ψαλμών, καθώς έγινε μεγάλη προσπάθεια να είναι ο λόγος όσο πιο περιεκτικός γινόταν.


[2] Η απόδοση, η παρουσίαση ή η ερμηνεία γεγονότων με χρησιμοποίηση πολιτισμικών στοιχείων διαφορετικής  και κυρίως μεταγενέστερης εποχής ονομάζεται αναχρονισμός.: Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε., 2002), λ. «αναχρονισμός». Αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι έκαναν και οι Ο’ στη μετάφράσή τους. Χρησιμοποίησαν τα γνωστά όργανα της εποχής τους για να μεταφράσουν τα έγχορδα όργανα κίνορ και νέμπελ.

Θ.Η.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου